Η Αλκυόνη Παπαδάκη βρέθηκε στην Κύπρο με αφορμή την παρουσίαση του νέου της βιβλίου “Θα ξανάρθουν τα χελιδόνια” και μίλησε στην Καθημερινή Κύπρου.
Α. Παπαδάκη: Υποδεχτείτε τη ζωή με ένα λουλούδι
Συνέντευξη στον Απόστολο Κουρουπάκη

Η Αλκυόνη Παπαδάκη βρέθηκε στην Κύπρο με αφορμή την παρουσίαση του νέου της βιβλίου («Θα ξανάρθουν τα χελιδόνια», εκδ. Καλέντης) σε δύο εκδηλώσεις, μία στη Λευκωσία στο βιβλιοπωλείο Πάργα. Αδράξαμε την ευκαιρία για να γνωρίσουμε από κοντά μία συγγραφέα, η οποία κινείται σχεδόν αθόρυβα στις εκδόσεις, ποτέ δεν κυνήγησε εκδοτικούς οίκους και προβολή και ενοχλεί τις λέξεις, μόνο όταν αυτές έρχονται σαν μικρά παιδιά κοντά της, για να τις βάλει στη σειρά και να τις κάνει ένα όμορφο παραμύθι, που μεταμορφώνεται εύκολα σε ένα καλό μυθιστόρημα. Όπως, άλλωστε, ανέφερε και η κ. Μαρία Μιχαηλίδου κατά την παρουσίαση της Πέμπτης, η Αλκυόνη Παπαδάκη καταφέρνει να εντάσσει στα βιβλία της δομικά στοιχεία του λαϊκού παραμυθιού, κάτι που τους προσδίδει ένα ιδιαίτερο χρώμα. Την κ. Παπαδάκη έχει περιλάβει με στοργή ο εκδοτικός οίκος Καλέντης, στον οποίο έχει εκδώσει όλα της τα βιβλία, έχοντας πια δημιουργήσει μία σχέση καρμική.
–Κυρία Παπαδάκη, 17 βιβλία μετά, τελικά το γράψιμο είναι ευλογία, κατάρα ή διαστροφή;
–Διαστροφή, με την καλή έννοια. Ο καλλιτέχνης, όλων των ειδών, λειτουργεί κάπως διαφορετικά, οι νευρώνες του λειτουργούν διαφορετικά, προσπαθεί να αφουγκραστεί την κοινωνία υπό άλλο πρίσμα. Φυσικά καταλήγει να γίνει ευλογία.
–Τα στοιχεία της φύσης, το περιβάλλον εν γένει, τα πουλιά έχουν βασικό ρόλο στα έργα σας.
–Πάντα η φύση παίζει ρόλο στα βιβλία μου. Πάντα όταν πράγματα είναι πολύ ποιητικά ή δεν μπορώ εγώ να τα εκφράσω, ούτε ακόμα και οι ήρωές μου, μπορεί όμως να τα πει ένα πουλί, ένα λουλούδι, ένα δέντρο. Φυσικά, παίζει ρόλο το ότι έζησα πολύ κοντά στη φύση, σε ένα χωριό στα Χανιά της Κρήτης. Τη φύση την είχα μπόλικη μπροστά μου, αλλά σε ένα σπίτι αστικό, την προσλάμβανα με έναν τρόπο ποιητικό. Ο ήχος της βροχής στον τσίγκο, ο αέρας που σφύριζε, ή, όπως μου έλεγε η μάνα μου, τραγουδούσε. Είχα λοιπόν μία ποιητική ματιά στη φύση.
–Η καταγωγή, λοιπόν, και οι μνήμες σας βοηθούν τη συγγραφή.
–Βέβαια, τα βιώματα γενικά που έχει κάποιος από παιδί, είναι πολύ σημαντικά. Όταν είσαι παιδί χαράσσονται μέσα σου πράγματα, που τότε δεν το αντιλαμβάνεσαι, αργότερα όμως βγαίνουν μπροστά και μπορείς πια να τα καταλάβεις. Η παιδική ηλικία θεωρώ ότι παίζει έχει πρωτεύοντα ρόλο. Σ’ εμένα έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο διότι δεν ήταν εύκολη και παρόλο που μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου δεν υπήρχε φτώχια, τα άλλα θέματα, πολύ σοβαρά θέματα ήταν αρκετά ώστε να χαραχθούν μέσα στην ψυχή μου και να με επηρεάσουν αργότερα στη συγγραφή.
–Έντονες ανθρώπινες σχέσεις, λοιπόν, δύσκολες καταστάσεις, φοβερά μυστικά και ιστορίες καλά κρυμμένες πίσω από κλειστές πόρτες. Γιατί θέλετε να τα ξετρυπώνετε;
–Αυτή είναι η γοητεία. Αν δεν το κάνω αυτό δεν έχει κανένα νόημα να κάνω κάτι. Μ’ αρέσει πάντα να μπαίνω βαθιά στην ψυχή του ανθρώπου, στα σκοτεινά μονοπάτια κι αφώτιστα της ψυχής και να περπατάω εκεί μαζί με τον αναγνώστη.
–Ξεγυμνώνετε την ψυχή του ήρωα δηλαδή; Δείχνετε κατά κάποιον τρόπο την υποκρισία του κόσμου;
–Ξεγυμνώνω και την ψυχή του άλλου, του αναγνώστη και του ήρωα, αλλά και τη δική μου. Κοιτάζω πίσω από την καρτ ποστάλ, εκεί είναι η αλήθεια.
–Πολλοί από τους ήρωές σας κυνηγούν χίμαιρες, φρούδες ελπίδες, πράγματα που ξέρουν ότι δεν μπορούν να γίνουν, κι όμως επιμένουν, υπάρχει μία πάλη.
–Αλίμονο, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τα όνειρά μας και τις χίμαιρές μας. Έχω, μάλιστα, μία ιδιαίτερη αδυναμία στους ήρωές μου που έχουν χαθεί μέσα στο παραμύθι τους και ψάχνουν ένα καινούργιο παραμύθι για να σωθούν, μάλλον επειδή είμαι κι εγώ τέτοιος άνθρωπος.
–Αρκετοί χαρακτήρες των βιβλίων σας έχουν μία άσχημη κατάληξη, πάντα όμως υπάρχει μία χαραμάδα αισιοδοξίας.
–Δεν μ’ αρέσει το happy end, η ζωή τα έχει όλα άλλωστε, πάντα όμως υπάρχει η ζωή που μας περιμένει, πρέπει να την καλοπιάνουμε τη ζωή, αλλιώς δεν μας αγαπά.
–Ο Θεός και η μοίρα εμφανίζονται συχνά στη δουλειά σας, τι ρόλο έχουν;
–Παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο. Βέβαια, ο Θεός στα βιβλία μου είναι ένα λογοτεχνικό τέχνασμα, το να συνομιλώ με τον Θεό και κάθε τόσο να του βγάζω και γλώσσα είναι μία λογοτεχνική προσέγγιση. Σχετικά με τη μοίρα πιστεύω ότι υπάρχουν προδιαγεγραμμένα τα γεγονότα της ζωής μας, ας πούμε υπάρχουν τα κεφαλαία γράμματα, αλλά τα ψιλά τα γράφουμε εμείς. Το πώς θα διαχειριστούμε το γεγονός είναι στη δική μας βούληση. Στα βιβλία μου υπάρχει αυτό το στοιχείο που σας περιέγραψα, ένα δέντρο, ένα πουλί θα πει πράγματα προφητικά για τη ζωή του ήρωα.
–Διαβάζοντας τα βιβλία σας οι λέξεις αμέσως οπτικοποιούνται στον αναγνώστη, ψάχνετε επιμελώς τις λέξεις.
–Αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή γράφω κινηματογραφικά, την εικόνα που έχω στο μυαλό μου προσπαθώ να τη ζωντανέψω στο χαρτί. Γι’ αυτό γράφω και με το μαρκαδοράκι, το κάθε γράμμα να παλεύει με το άλλο, η κάθε λέξη πρέπει να είναι ζωντανή και η κάθε φράση να σπαρταρά πάνω στο χαρτί. Οι ήρωές μου δεν θέλω να είναι χάρτινοι, θέλω να είναι ζωντανοί, και γι’ αυτό με παιδεύει το γράψιμο.
–Βλέπουμε συχνά να κυκλοφορούν σε τοίχους, σε στάσεις, στο διαδίκτυο φράσεις από τα βιβλία σας, πώς σας φαίνεται αυτό;
–Αυτό μου δίνει πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Μάλιστα, αν και εγώ δεν είμαι της τεχνολογίας, λόγω ακριβώς αυτής της διάχυσης πολλοί νέοι ήρθαν κοντά στα έργα μου.
–Φαινόμενο των ημερών η ερωτική λογοτεχνία και ίσως μία πιο ελαφρά λογοτεχνία. Νιώθετε ότι απειλείστε λογοτεχνικά; ή η νεότερη γενιά πολλά υποσχόμενων συγγραφέων;
–Μα υπήρχε πάντοτε αυτού του είδους η λογοτεχνία, έχει και αυτή τον χώρο της. Σε καμία περίπτωση δεν νιώθω ότι απειλούμαι, και ούτε κανείς πρέπει να νιώθει απειλή. Η τέχνη έχει πολλές αποχρώσεις, ο καθένας απ’ το πόστο του κάνει αυτό που μπορεί να κάνει και αυτό που κάνει κατά πόσο πάει στον άλλο. Αν ένα βιβλίο είναι καλό, τελειώνοντάς του κάτι πρέπει να σου έχει αφήσει, κάπως πρέπει να σε βοηθήσει, αν αυτό δεν συμβαίνει, απλώς πέρασες ευχάριστα.