• img-book

-10%
ISBN: 978-960-594-078-2

Το παιδί και οι άνεμοι της Αρμενίας III

Η ανάκτηση του παρελθόντος συγκρούεται με την τωρινή ανάγκη του συγγραφέα να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα από τη γραφή και φέρνει στο φως εικόνες ολοζώντανες και υποβλητικές, εικόνες που κουβαλούν την αλήθεια του βιώματος και της ιστορικής μνήμης.

«Η ιστορία μας ανήκει σ’ εμάς, και μόνο η δική μας αδιαφιλονίκητη επιλογή κάνει και άλλους κοινωνούς αυτής. Μια οικογενειακή ιστορία, μια διήγηση νοσταλγική και παθιασμένη, έστω και μέσα στη δυνατή, βίαιη δίνη μιας διασποράς που για πολύ καιρό είχε ξεχαστεί και αμφισβητηθεί και της οποίας σήμερα ξαναζούμε την παράλογη ιδεολογία.

Μια αφήγηση που μοιάζει με παιχνίδι της μνήμης στα χέρια ενός μικρού παιδιού, καθώς αυτό ανακαλύπτει το παρελθόν του στα θραύσματα της ζωής της οικογένειάς του.

12.50 11.25

Ποσότητα:
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Συγγραφέας: Αρτούρο Αλεξανιάν
Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου
ISBN: 978-960-594-078-2
Ηλικία: 12+
Σελίδες: 216
Διαστάσεις: 13×18 εκ.

 

Κριτικές – Δημοσιεύματα

Η πρόσφατη αναγνώριση, μάλιστα, της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τις ΗΠΑ κάνει το τρίτο βιβλίο της σειράς εξαιρετικά επίκαιρο. Ο Αρτούρο Αλεξανιάν με το βιβλίο του Το παιδί και οι άνεμοι της Αρμενίας πηγαίνει πέρα από την εξιστόρηση της Γενοκτονίας όπως τη βίωσε η οικογένειά του. Ανοίγει το ζήτημα της ταυτότητας του ξεριζωμένου δεύτερης γενιάς. Ο αφηγητής, απόγονος μιας οικογένειας Αρμενίων που γλίτωσε το 1922 από τους διωγμούς των Τούρκων, καταφεύγοντας στην Κωνσταντινούπολη, πρώτα, κι από εκεί στη Βενετία κι ύστερα στη Γαλλία, είναι ένας μεσήλικας με μια πετυχημένη καριέρα. Ωστόσο κάτι τον αναγκάζει ν’ αλλάζει τόπους διαρκώς. Αδυνατεί να ολοκληρώσει μια σωστή σχέση με τα πρόσωπα που αγαπά. Μοιάζει να δραπετεύει με την πρώτη ευκαιρία από τόπους και ανθρώπους. Τι συμβαίνει τελικά; Αν οι γονείς και οι παππούδες του μετακινούνταν από ανάγκη, ποια αόρατη ανάγκη ωθεί τον ίδιο σε αυτό το αέναο ταξίδι χωρίς σταματημό; Ποιος είναι τελικά; Ο διάλογος με το alter ego του αφηγητή ξεκινά. Μαζί και η αναζήτηση της αρμενικής ταυτότητας μέσα από την εξιστόρηση του παρελθόντος.
Η αφήγηση είναι πολυφωνική. Ο κεντρικός αφηγητής, και ο διάλογός του με τον άλλο του εαυτό, διακόπτεται από τις αφηγηματικές φωνές μελών της οικογένειάς του, ακόμη και από εκείνη του Τούρκου αξιωματικού που βοήθησε, στην κρίσιμη στιγμή, τη μάνα του και τη γιαγιά του.
Διαγράφεται μία αρμενική ταυτότητα που βρίσκεται υπό διαρκή απειλή. Ο αφηγητής μιλάει τα αρμενικά της διασποράς. Ξένος στην Μπαντίρμα, λοιπόν, στη γενέτειρα της μάνας του, όπου θα επιστρέψει σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ξένος και στη Γαλλία όπου ζει. Ο πατέρας του είχε αναγκαστεί να αρνηθεί το όνομά του για να επιβιώσει. Με δανεικό όνομα πως ζεις; Η μάνα του και η γιαγιά του, όταν έτρεχαν για να σωθούν στο λιμάνι της Μπαντίρμα, σκηνή αντίστοιχη με την Καταστροφή της Σμύρνης, φοβόντουσαν διπλά. Μιλούσαν καλά τα ελληνικά. Μπορούσαν να μπουν ίσως σε ένα καράβι ελληνικό. Κυνηγημένες ως Αρμένισσες ή ως Ελληνίδες!
«Είπα πως δεν μπορώ να διατυπώσω με σαφήνεια την αρμενικότητά μου», λέει ο αφηγητής στον Έλληνα φίλο του. Είναι άραγε αυτή η μοίρα των απογόνων των ξεριζωμένων;
Εντυπωσιάζεται ο αναγνώστης από το πόσο στενά δεμένες ήταν οι τύχες Ελλήνων και Αρμενίων:
«Εκείνον τον Αύγουστο του 1922 είχε αρχίσει η ‘Μεγάλη Επίθεση των Τούρκων’ που θα κορυφωνόταν με την ολοκληρωτική συντριβή των Ελλήνων. Η φυγή μας συνέπιπτε με τα αντίποινα που είχαν εξαπολύσει οι Τούρκοι, οι οποίοι έκαιγαν και κατέστρεφαν συθέμελα τις πόλεις. Την πλήρωναν βέβαια πάντα οι Αρμένιοι της Τουρκίας και οι Έλληνες του Πόντου. Τώρα είχε έρθει η σειρά της Μπαντίρμα, έπειτα θα ακολουθούσε η Σμύρνη, της οποίας ο αφανισμός έμελλε να ολοκληρωθεί με τη μεγάλη πυρκαγιά, τη διαβόητη Καταστροφή.»
Οι Έλληνες τουλάχιστο έχουν μια Συνθήκη της Λωζάνης. Οι Αρμένιοι ούτε κι αυτό: «Για τους Αρμένιους η καταστροφή της Σμύρνης σήμανε το τέλος οποιασδήποτε διεκδίκησης, η γενοκτονία του λαού ξεχάστηκε, η λέξη «Αρμένιοι» δεν αναφερόταν σε κανένα κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης. Όταν τελείωσε η εποπτεία των συμμάχων πάνω στη διαλυμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1923, υπό την ηγεσία του Ατατούρκ ανακηρύχθηκε η Τουρκική Δημοκρατία. Η Μπαντίρμα είχε το τέλος της Σμύρνης, πολλοί απ’ όσους ξέφυγαν βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια, όπως έκαναν η μάνα μου και η γιαγιά μου, άφησαν την Τουρκία για να πάνε σε άλλες χώρες.»
Οι Έλληνες όμως κάποτε υπήρξαν η ελπίδα των Αρμενίων: «Όταν οι Έλληνες, σπρωγμένοι από τα έθνη της Δύσης και συγκεκριμένα από την Αγγλία και τη Γαλλία, εισέβαλαν στην Τουρκία το 1919, πολλοί Αρμένιοι τους θεώρησαν σωτήρες. Ξαναβρήκα μια φωτογραφία του πατέρα μου με μια συντροφιά ανθρώπων κάτω από μια ελληνική σημαία: πιθανότατα ήταν στην Μπαντίρμα, που είχε κατακτηθεί από τους Έλληνες. Δυστυχώς αυτή η ελπίδα πως θα προστατεύονταν από έναν χριστιανικό λαό έσβησε και η εκδίκηση των Τούρκων υπήρξε μοιραία.»
Λέει ο πατέρας του αφηγητή: «Συμμερίστηκα το έστω και σύντομο όνειρό τους για ανάκτηση των εδαφών, μοιράστηκα το ψωμί με τους Έλληνες συντρόφους μου, έβαλα σε κίνδυνο τη ζωή μου κοντά τους.» Δεν υπάρχει όμως μίσος και εκδικητικότητα, ούτε καν πικρία: «Η ιστορία είναι ένας τροχός που γυρίζει – χτες συνέθλιβε εσάς, σήμερα είναι η σειρά μας…»
Οι άνεμοι της Αρμενίας είναι οι άνεμοι της Ιστορίας. Αυτός ο τροχός που γυρίζει, και θα γυρίζει πάντα, αλλάζοντας τη θέση νικητών και ηττημένων, είναι και ο τροχός της αυτογνωσίας. Αν δε μελετήσεις την κίνησή του εκείνη τη μικρή στιγμούλα που διαμόρφωσε την οικογενειακή σου ιστορία, δύσκολα θα πας παρακάτω. Έστω και ρευστές, έστω και διαρκώς μεταβαλλόμενες οι εθνικές ταυτότητες μοιάζουν να είναι προϋπόθεση για το άλλο διαβατήριο, το πιο σημαντικό στις μέρες μας: αυτό του πολίτη του κόσμου.
Ελένη Σβορώνου, oanagnostis.gr

Αναμφίβολα πρόκειται για ένα βιβλίο που μπορούν να διαβάσουν και έφηβοι, αν και εκ πρώτης όψεως δείχνει ότι δεν γράφτηκε για αυτούς. Αν όμως σε ενδιαφέρει να δεις την ιστορία και τις πραγματικές της διαστάσεις με τρόπο ελκυστικό και λογοτεχνικό και όχι σχολικού εγχειριδίου, βιβλία σαν του Αλεξανιάν σε πηγαίνουν ένα βήμα πιο μπροστά. Γιατί πρέπει να ξέρεις ότι όσα θα γίνουν, έχουν ήδη γίνει. Όσα θα δεις, έχουν κριθεί από εσένα και από εμένα, από όσα μάθαμε, όσα σκεφτήκαμε, από την στάση μας στα πράγματα, από την ανοχή μας σε αυτά. Κι αν θες να μην ξαναδείς ολοκληρωτισμούς, εθνοκαθάρσεις και βία στις επιλογές σου, πρέπει να γνωρίζεις ότι κάποιοι το βίωσαν και το πλήρωσαν ακριβά, γιατί οι σύγχρονοί τους σφύριζαν αδιάφορα και νόμιζαν ότι έχουμε απόκριες όταν το τέρας άνοιγε το στόμα και ερχόταν κατά πάνω τους. Γι’ αυτό είναι και ένα εφηβικό ανάγνωσμα η ιστορία του Αλεξανιάν ο οποίος ξέρει ότι κοιτώντας πίσω και λύνοντας τις ανοιχτές διαφορές σου με το παρελθόν μπορείς να προχωρήσεις μπροστά. Οι εκδόσεις Καλέντη ενέταξαν το βιβλίο στη σειρά τους «Μικρές Ιστορίες για Μεγάλα Γεγονότα» και έπραξαν σωστά αφού πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως ποιοτικό και δυναμικό κείμενο, που πλησιάζει την (Μικρασιατική) Καταστροφή του 1922 μέσα από το πρίσμα ενός άλλου λαού, ενώ η ιδιαίτερη, λυρική γραφή του συγγραφέα και τα αφηγηματικά τεχνάσματά του το κάνουν απολαυστικό.
Ανέζα Κολόμβου
Δείτε το δημοσίευμα εδώ.

Ο Αρτούρο Αλεξανιάν γεννήθηκε στη Γαλλία από Αρμένιους γονείς, σπούδασε χημεία, ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής και κατέληξε στη Φλωρεντία για να ασχοληθεί με τα προβλήματα του περιβάλλοντος. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε κυρίως με ποιητικές συλλογές και διηγήματα. Στο μυθιστόρημα αποτυπώνονται οι δύσκολες στιγμές της αρμενικής κοινότητας το 1922, μετά τη μικρασιατική καταστροφή που έβαλε την οριστική ταφόπλακα στα όνειρα και τις φιλοδοξίες πολλών για ελευθερία και ανεξαρτησία μέσα στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πώς γλύτωσαν η μητέρα και η αδελφή του από τη σφαγή στην Μπαντίρμα; Γιατί κατέφυγαν στη Βενετία; Πώς γνώρισε η Σερπουί Μαγκαριάν τον άντρα της και πατέρα του αφηγητή; Αυτές και άλλες ερωτήσεις απαντώνται σ’ ένα συγκινητικό χρονικό. Ο συγγραφέας μιλά σε πρώτο πρόσωπο και απευθύνεται στον ίδιο του τον εαυτό: «… σ’ εσένα, καταραμένο κομμάτι του εαυτού μου… Εσύ ήσουν ο δαίμονας μέσα μου, με δελέαζες να χάνω τη σιγουριά μου… δεν με ενθάρρυνες να μετατρέπω την προοπτική σε σιγουριά» (σελ. 27). Τον θυμό διαδέχεται η περιέργεια, ο πειθαναγκασμός και τελικά η αποδοχή: «Οι αναμνήσεις δεν είναι μια απλή επιστροφή στο παρελθόν, αυτές πιθανότατα συνθέτουν την ταυτότητά μας» (σελ. 53). Αυτό το εσωτερικό του ταξίδι αντιδιαστέλλεται με το πραγματικό, της ζωής του, στην οποία πορεύεται χωρίς συναίσθηση της αρμένικης ταυτότητάς του. Δε ρώτησε τα μέλη της οικογένειάς του, ίσως γιατί η περιέργεια να θεωρείται αγένεια, και διαπίστωσε πως ουσιαστικά έκανε ό,τι και όλοι οι άλλοι συμπατριώτες του: απασχολημένοι να κυνηγάνε τον επιούσιο, ζούσανε τη λησμοσύνη. Μετά τον θανατηφόρο και καταστροφικό σεισμό της Αρμενίας το 1988 άρχισαν να στρέφουν τη ματιά τους στην κοιτίδα τους. Όπως λέει ο Αρτούρο Μολινάρι στην εισαγωγή του μυθιστορήματος: «Ο πρωταγωνιστής δεν ξεχνάει την πατρίδα που του έκλεψαν, γίνεται όμως πολίτης του κόσμου και επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία ενός λαού μέσα από την προσωπική του ιστορία» (σελ. 15). Έτσι, οι αναμνήσεις του ξεκινάνε από τα 11 του χρόνια που ταξίδευε με τη μητέρα του προς τη Βενετία από την Γκρενόμπλ όπου είχε μεγαλώσει. Η πλοκή ξεδιπλώνεται με μια αφηγηματική πρωτοτυπία: σχεδόν κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με έναν συμπρωταγωνιστή των δύο γυναικών τη συγκεκριμένη χωροχρονική στιγμή, ώστε αμέσως μετά να αναλάβει πάλι ο ίδιος ο συγγραφέας. Αυτό δίνει ποικιλία και εκπλήξεις στη ροή της ανάγνωσης και ταυτόχρονα φωτίζει διαφορετικές ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, όπως τον αξιωματικό του τουρκικού στρατού που φυγάδευσε μάνα και κόρη (για πρώτη φορά αρχίζει να αμφισβητεί τις διαταγές των ανωτέρων του, μιας και πλέον απαιτείται η άμεση εξόντωση όλων των Αρμενίων: «Ως στρατιώτης οφείλω να υπακούσω, ωστόσο νιώθω έναν έντονο δισταγμό, το βασανιστικό νήμα της αμφιβολίας διαπερνάει τα καθήκοντα που σαν καλός στρατιωτικός οφείλω να εκτελέσω γιατί έτσι με διέταξαν και η φωνή της συνείδησης δεν μ’ αφήνει σε ησυχία», σελ. 67), τη Μανίγκ, κάτοικο Βενετίας, ακόμη και τον ίδιο τον πατέρα, τον Μπόχος, που μας αφηγείται τις δικές του περιπέτειες πριν παντρευτεί τη γυναίκα του με προξενιό και πώς αναγκάστηκε ν’ αλλάξει το επίθετό του.
Η γενοκτονία των Αρμενίων και η απηνής καταδίωξη του πληθυσμού από τους Τούρκους, οι συνέπειες αυτής της προσφυγικής περιπέτειας στον χαρακτήρα και τις αντιλήψεις των θυμάτων, η αδυναμία μιας τρίτης γενιάς να στραφεί στο παρελθόν γεμάτη φόβο για τον ρόλο που επιτελεί ένα ομόδοξο και ομόγλωσσο κοινωνικό σύνολο στη ζωή τους, εφόσον ήθη, έθιμα, ιστορία και δοξασίες υπάρχουν αλλά βυθισμένα στην αχλή από την έλλειψη επίσημης αναγνώρισης είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που θέτει με εύσχημο και δωρικό τρόπο ο συγγραφέας στο τόσο διαφορετικό από τα άλλα τρίτο βιβλίο της σειράς «Μικρές Ιστορίες για Μεγάλα Γεγονότα». Η επιλογή μάλιστα να μην υπάρχει σαφές τέλος ούτε οριστικές απαντήσεις για τα αρχικά ερωτήματα δείχνει πως η γνωριμία του εαυτού μας δε σταματάει ποτέ, πως συνεχίζουμε να κατεβαίνουμε όλο και πιο βαθιά μέσα μας για να ξαναβρίσκουμε κι άλλο ένα ψήγμα του εαυτού μας. Το μυθιστόρημα συνοδεύεται από επίμετρο της Εμανουελίτα Βέκιο που περιγράφει με ακρίβεια και συνέπεια την ανάγκη του συγγραφέα να γράψει «για να ανακτήσει τις αναμνήσεις και με αυτές την αρμενικότητά του κι έτσι για να ξαναβρεί τον εαυτό του που βρίσκεται σε φυγή… ωσότου αποδεχτεί την κατάστασή του και κάνει έτσι το πρώτο βήμα προς μια νέα ψυχική γαλήνη» (σελ. 18) και από το ποίημα «Ανάσταση» με την άδεια του Αρτούρο Αλεξανιάν. Η σειρά «Μικρές Ιστορίες για Μεγάλα Γεγονότα» «είναι στραμμένη στους νεαρούς αναγνώστες και φιλοξενεί κείμενα με λογοτεχνική αφήγηση». Η κεντρική ιδέα κάθε βιβλίου είναι ένα πραγματικό γεγονός και η εξιστόρησή του οδηγεί στη μεγαλύτερη εικόνα της εποχής, των ιστορικών προσώπων και των πράξεών τους.
Πάνος Τουρλής
Δείτε το δημοσίευμα εδώ.

Η μεταφράστρια Άννα Παπασταύρου μιλά για το βιβλίο στο Πρώτο Πρόγραμμα

Μια σειρά προσωπικών αναμνήσεων, η ιστορία ξεριζωμού μιας οικογένειας, αισθήματα, σκέψεις, αναζήτηση ταυτότητας, αυτογνωσία, με φόντο τις δραματικές ημέρες της Γενοκτονίας των Αρμενίων, από έναν ευαίσθητο συγγραφέα, τον Αρτούρο Αλεξανιάν. Σε μια έξοχη μετάφραση της Άννας Παπασταύρου, το βιβλίο του Αρτούρο Αλεξανιάν απευθύνεται κυρίως σε ένα εφηβικό κοινό, αλλά και μεγαλύτερους αναγνώστες, οι οποίοι πορεύονται σε ένα προσωπικό ταξίδι, που μοιάζει τόσο πολύ με τα δράματα που στοιχειώνουν τις μνήμες όλων των αρμενικών οικογενειών.
Χριψιμέ Χαρουτουνιάν, Πρόεδρος Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδος

«Ένα βιβλίο μνήμης και ταυτότητας» – Συνέντευξη της υπεύθυνης έκδοσης, Β. Τζόκα, στην αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Δείτε το δημοσίευμα εδώ.

Δείτε το δελτίο τύπου πατήστε εδώ.

Content missing